Δευτέρα 7 Νοεμβρίου 2016

ΤΟ ΝΕΡΟ

Νερό, χειμωνανθός της λησμοσύνης,
να λούζεται ο άκορφος κόσμος μας κι ωσάν Βαβέλ
να χτίζεται ολημερίς, και να γκρεμίζεται τα βράδια, αθώρητα
Κομίζει κελαρυσμούς αθανασίας όπως ζυγώνει
με το μέρωμα της προαιώνιας μορφής του.
Άηχες λέξεις αφήνοντας, σε ό,τι κι αν ποτίσει.
Όποιος τους φθόγγους του νερού, δεν μπόρεσε να μάθει,
άπραγος λόγος τον μετρά κι άπραγος δρόμους παίρνει.
Στο πορθμείο της νηνεμίας ή της θύελλας
από πίδακες κι εξατμίσεις αυτοεξορίζεται,
συμπράττοντας σε χρώματα και σε άφαντες διαδρομές
– του σύννεφου η παραφορά, της γης ο άμωμος πλούτος.
Ύδωρ, προανάκρουσμα στις πτυχώσεις του χρόνου
–για να λαλεί ο πετεινός και τρεις να μ’ απαρνιέσαι,
και να θωρώ από το φιλιατρό του πηγαδιού,
τον Αρχάγγελο Ραφαήλ να μου γελά
με νεύμα παλίντονο σε γλώσσα γραμμική Α και
σε αρχέγονη επιτομή η ετυμηγορία του, καθώς
κινεί και αλφαδιάζει την εσχατιά των πόθων
– της δίψας το αντίδωρο του νηστευτή το δέλεαρ.
Μ' ένα κορμί κιβωτό κι ένα κομμάτι όνειρο,
ήλθε το πλήρωμα του χρόνου
για να δω, όλο τον κόσμο σε μια σταγόνα
και στις χορδές του νερόλακκου τους χρόνους μου.
Η κόρη της αυγής τους βοστρύχους της λούζει,
ενώ την κυκλώνει η προσμονή του γυρισμού
για ’κείνο που περιμένει
από τους ωκεανούς του διθυραμβικού κύματος.
Με πολύχρωμους πανσέδες της παλίρροιας και με της άμπωτης
τους μεντεσέδες, ο υφαντής του φωτός
με τον αργαλειό των αφρών
αυτοσχεδιάζει, ενώ από πριν ξέρει
το εκτόπισμα των βίων στο χρόνο
και με ό,τι αποστήθισαν σε αμμοθύελλες των ονείρων
και στου νόστου τα επεισόδια, τα επιστρέφει στο ακέραιο.
Τορναδόρος σχημάτων, με την πυρίμαχη φορεσιά του
αναμετράται με τις θύελλες
– τα ποταμόπλοια μυθολογούν τους δρόμους που χαράζει.
Διαλεκτική του Οδυσσέα και του Προμηθέα δεσμώτη
στο σφυγμό του κύματος
και του βράχου, στα έγκατα τού ακατάλυτου,
από καταβολής του κόσμου, απαστράφτει.
Ισοβίτης της σάρκας μελωδεί,
με τις τραγωδίες των παρηχήσεων του βυθού
και με τ’ αρχαία ναυάγια επί εδάφους.
Έλασμα δρόσου στο ριζιμιό χαράκι,
ακροβατεί ως προπέτασμα του σύννεφου,
και στην άνυδρη ανάσα του βουνού, εκστασιάζεται.
Στου ασκητή την πέτρινη σκαλισμένη φούχτα του βράχου,
ενεδρεύει, όπως εν ειρήνη λογχίζει
με το αγίασμα, τη θέαση των όρνεων.
Του Πόντιου Πιλάτου νίβει τα χείρας,
σημάδι της αιώνιας καταδίκης του.
Των ελευσίνιων μυστηρίων, η καθαρτήρια ανάβαση
από τον Ηριδανό ποταμό, ευλογώντας τους μυημένους
της ενόρασης και της θείας ενατένισης.
Η έλικα των φυγάδων από τον τόπο της Εδέμ.
Θησαύρισμα της ερήμου, όπως αποκρίθηκε ο βεδουίνος
στα βάθη του απόκοσμου, με της όασης το απέριττο
και της Μαγδαληνής το δάκρυ.
Της λίμνης το θέσπισμα στων Φαραώ τη Θεοκρατία, με
του Νείλου την ιερότητα όπως, αποπλέουν οι φελούκες
με τους χτίστες των άστρων.
Άνω θρώσκει ο Αϊσα στου Ιορδάνη ποταμού το κέλευσμα.
Περίακτο της βουνοκορφής και λαμπύρισμα και περιαιρετό
στις στέγες των βουνών, σε μορφή κρυστάλλων
από χέρι πρωτομάστορα θαρρείς,
συμπράττει σε ανάγλυφες του καιρού εκφάνσεις, αχειροποίητες.
Τα νηπενθή των ροδαμιών που κλαίνε
μόνα τους τα βράδια, μάτι Θεού
να μη τα δει ούτε η Βερενίκη, με τη νερένια φλέβα τους
στάζουν δάκρυ ανθόνερου
Νερά στο Κουρταλώτικο φαράγγι πίνει
ο σταυραετός και η αιώνια επιστροφή στου ίσκιου τ' αγκωνάρια,
κι ο ναυαγός ταξιδευτής στις αμμοθίνες χαράζει
βήμα, και το λιβάδι της ποσειδωνίας,
του δίδεται ως η κολυμπήθρα των στεναγμών του.
Όλβιος ο πρίγκιπας των κρίνων
όπως θωρεί τον κόσμο μας από
της πόλης την εντροπία, υγρά αποτυπώματα με τα πέλματά του
αφήνοντας, σε κάθε ολόγιομο φεγγάρι από την νοτισμένη
τοιχογραφία του ανακτόρου, για να ευφραίνονται
τ’ ασημένια φύλλα της ελιάς και της αμπέλου η ρίζα.
Της αμμωδίας ο αμνός, τη φλέβα γλυκού νερού της θάλασσας,
λάμνοντας αναζητά στου Δία το νησί, και σαν τη βρει,
στο Νώε στέλνει μήνυμα με ολόλευκο περιστέρι,
ν’ αλλάξει ρότα και να ’ρθει τη γη να διαφεντεύσει.
Στην πύλη της Ιστάρ η Αμυίτις δάκρυα θα στάξει στο χώμα
– ο Ναβουχοδονόσορ σκιάζεται
τις νύχτες – που θα φτάσουν στον Ευφράτη,
έως ότου το ποτάμι ξεχειλίσει, τυλίγοντας
τα τείχη της Βαβυλώνας.
Όταν τα νερά κατακάθισαν, σμήνη πουλιών έριχναν σπόρους
παραδεισένιων λουλουδιών, τη δυστυχία της να ξορκίσουν.
Αμέσως φύλλα πέταξαν
κι άνθισαν κι ευωδίασαν σε κρεμαστούς κήπους
κι έζωσαν την πόλη, και τ’ αηδόνια στα κλαριά
πετούσαν κελαηδώντας.
Το μήνυμα το έλαβε ο ραβδοσκόπος του Σινά και το ραβδί του
τον οδηγεί, στην καιόμενη βάτο- για κρουνό νερού η γης μιλά
- μα ποιος βαστά να την ξεριζώσει, που αντί γι’ αυτό που πεθυμά
λάβα θα βγει και θα τον κάψει.
Το ανάκρουσμα, θα φτάσει στο μάντη της Φαιστού,
με τα νερά να ξεδιψούν τα χαμολούλουδα,
και τα πουλιά, γιατί η θεά Άρτεμις, όπως του παράγγειλε
βαριά κατάρα θα ρίξει επάνω τους.
Γιατί με τη σκιά του άλλου κόσμου, το σώμα συνορεύει,
και είναι φτιαγμένο από νερό, φωτιά, στάχτη και θειάφι,
και να γυρίσει θέλει
– κρυφά αφουγκράζεται η γης –
στα μητρικά νερά του, και τον κόσμο αυτόν, ποτέ ξανά
να μην τον αντικρίσει.
Κι αν ήταν χρέος η επί γης ποινή του,
ας του δοθεί χάρη σύντομα να τελειώσει, και στις θάλασσες
των Ουρανών να ταξιδεύει εσαεί.
Ανοίγει δρόμους με τους αρμούς του,
ζωές αταξίδευτες σα ρούχο τους το φορούν,
χτίζοντας βωμούς στα βότσαλα,
προσδοκώντας, όταν το δικό τους κύμα κοπιάσει
για να τις πάρει, να ’ναι ψηλό σαν το βουνό,
για να χαρούν τα ύψη.








Δεν υπάρχουν σχόλια: